Πολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί για τον χαιρετισμό «δια ανατάσεως της χειρός».
Είναι ναζιστικός;
Είναι αρχαιοελληνικός;
Τι συμβολίζει;
Από που προήρθε;
Η Σβάστικα, ο Ουροβόρος όφις, ο Αριθμός 6, το Κόκκινο Γαρύφαλλο, το Εξάκτινο Αστέρι.., τι είναι και από που προήλθαν;
Μια πολύ ενδιαφέρουσα εκπομπή με εκλεκτούς καλεσμένους αναλύουν τα παραπάνω.
Δείτε:
Διάρκεια: 37 λεπτά
Από την εκπομπή: Με τα χρώματα του λόγου
Με παρουσιάστρια, την αείμνηστη πατριώτισσα:
Λένα Λιβανός
Ιανουάριος 2013
Το ύψωμα 731 (υψόμετρο 731 μ.) βρίσκεται περί τα 20 χλμ. βόρεια της Κλεισούρας. Ήταν ένα από τα ισχυρότερα ερείσματα που κατέλαβε ο Ελληνικός Στρατός κατά τους χειμερινούς αγώνες, που προηγήθηκαν, κλειδί της όλης τοποθεσίας, στον κεντρικό τομέα της Βόρειας Ηπείρου. Η παραμονή σε ελληνικά χέρια του υψώματος αυτού καταδίκαζε κάθε προσπάθεια των Ιταλών. Η αρχή της ιταλικής επίθεσης έγινε νωρίς το πρωί της 9ης Μαρτίου, με σφοδρή δράση του πυροβολικού με όλμους και αεροπορικό βομβαρδισμό των ελληνικών θέσεων.
Οι Έλληνες κλήθηκαν να το υπερασπιστούν την άνοιξη του 1941.
9 Μαρτίου 1941, 9 πμ :
«Επί των κατεχομένων θέσεων θα αμυνθώμεν μέχρι εσχάτων. Ουδείς θα κινηθή προς τα οπίσω.
Προμηνύεται λυσσώδης επίθεσις του εχθρού, η οποία οπωσδήποτε θα αποκρουσθή και θα συντριβή.
Τότε μόνον θα διέλθη ο εχθρός εκ της τοποθεσίας μας, όταν αποθάνωμεν άπαντες επί των θέσεών μας».
«Ουδείς θα κινηθή προς τα οπίσω. Πάντες θα αποθάνωσι επί των θέσεών των».
Η μάχη ήταν τόσο σημαντική, που έκανε το Μουσολίνι να βρεθεί αυτοπροσώπως στην πρώτη γραμμή. Είχε υποσχεθεί άλλωστε στον Χίτλερ ότι τον Μάρτιο θα έκανε παρέλαση στην Αθήνα και ήθελε να είναι παρών στον θρίαμβό της Ιταλίας.
Το ντοκιμαντέρ του National Geographic με τίτλο, “1940-41: Ελλάδα, η Πρώτη Νίκη” του 2008, για το έπος του 1940, περιγράφει συνοπτικά την πρώτη νίκη των συμμαχικών δυνάμεων κατά του Άξονα, αυτήν δηλαδή που επέτυχαν οι Έλληνες στρατιώτες στην Βόρεια Ήπειρο κατά των Ιταλών, και καταλήγει στην πλήρη κατάληψη της χώρας μετά την ηρωική μάχη της Κρήτης.
Φόρος τιμής στον Ελληνικό Στρατό και στον Ελληνικό Λαό, δίνει μια γενική επισκόπηση της περιπέτειας της πατρίδας μας κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Μια παραγωγή της ΕΡΤ, αφιερωμένη στο έπος του 1940 στην Βόρεια Ήπειρο.
Το ντοκιμαντέρ είναι αφιερωμένο στις ηρωικές μάχες που έδωσε ο ελληνικός στρατός στα βουνά της Βόρειας Ηπείρου μετά την ιταλική εισβολή στην Ελλάδα το 1940.
Βετεράνοι του πολέμου καταθέτουν την εμπειρία τους από τις σημαντικότερες μάχες και μιλούν για τις ακραίες συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξάγονταν οι εχθροπραξίες. Την αφήγηση των γεγονότων συμπληρώνουν μαρτυρίες κατοίκων της Βόρειας Ηπείρου, οι οποίοι βοήθησαν σημαντικά στην αντίσταση κατά των Ιταλών.
Στις 13 Οκτωβρίου του 1904 εισήλθε στο χωριό Στάτιστα για να αναπαυτεί αυτός και οι άνδρες του. Όμως, ο Βούλγαρος αρχικομιτατζής Μήτρος Βλάχος, προκειμένου να τον βγάλει από τη μέση, ειδοποίησε τις οθωμανικές αρχές. Επί τόπου κατέφθασε ισχυρό στρατιωτικό απόσπασμα και στη συμπλοκή που ακολούθησε, ο Παύλος Μελάς τραυματίστηκε σοβαρά. Αφού έπεσε κάτω, έβγαλε το σταυρό του και τον παρέδωσε στον πιστό και αχώριστο σύντροφό του Πύρζα, λέγοντας:
Τα τελευταία του λόγια
«Τον σταυρό να τον δώσεις στη γυναίκα μου και το τουφέκι μου, όπως σου είπα, του Μίκη και να τους πεις ότι το καθήκον μου έκαμα»
και μετά από λίγη ώρα άφησε την τελευταία του πνοή.
Το κεφάλι του αποκόπηκε από τους συμπολεμιστές του και τάφηκε στο ναό της Αγίας Παρασκευής στο Πισοδέρι. Το σώμα του παραδόθηκε από τις οθωμανικές αρχές στον μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό (Καραβαγγέλη) και τάφηκε στον βυζαντινό ναό των Ταξιαρχών στην Καστοριά, όπου αναπαύεται και η κάρα του από το 1950. Στον ίδιο ναό έχει ταφεί και η σύζυγός του Ναταλία, κατ’ επιθυμίαν της.
Ο ίδιος ο Μητροπολίτης Γερμανός περιγράφοντας τα της κηδεύσεως του σώματος του Παύλου Μελά έγραφε στην με ημερομηνία 26 Νοεμβρίου 1904 επιστολή του προς τον Ίωνα Δραγούμη, γυναικάδελφο του Μελά, τα εξής: «Φίλτατε αδελφέ, Μαθών ότι εφτάσατε εις Αθήνας, εν συγκινήσει ψυχής και φρικτή δοκιμασία τεθλιμμένης καρδίας, υποβάλλω τη Υμετέρα Αγάπη θερμά συλλυπητήρια επί τη εθνική απωλεία του ενδόξου ήρωος, ενθουσιωδώς πατριώτου, πολυκλαύστου αδελφού μου, πολυτίμου γαμβρού σου και πρωτομάρτυρος της εθνικής ημών παλιγγενεσίας. Εγώ τον εθρήνησα και τον θρηνώ εισέτι απαρηγόρητος. Φαντάζομαι δε μακρόθεν οποία καταιγίς φρικώδης ενέσκηψεν εις τον δεδοξασμένον οίκον σας και ποίαν πληγήν κατήνεγκεν εις την τρυφεράν σου καρδίαν και να παρηγορήση χήραν και ορφανά εν τη φρικώδει δοκιμασία». Τα χρέη των συγγενών του αειμνήστου εθνομάρτυρος είχον το ατύχημα να εκτελέσω εγώ. Τη 23η του απαισίου μηνός μετέφερεν επί κραβάτου εις την πόλιν ημών ο στρατός το ιερόν σώμα του πολυκλαύστου μας εθνομάρτυρος. Είναι αδύνατον να περιγράψω ενταύθα την άληστον και ζοφώδη εκείνην ψυχολογικήν στιγμήν. Μικρού δειν έπιπτον λιπόθυμος εν τω Διοικητηρίω και οι κρουνοί των δακρύων μου προύδοσαν εις τους πέριξ την ανεμοζάλην της κλονισθείσης ψυχής μου. Συνελθών εκ της αποτόμου σκοτοδινιάσεως εζήτησα να ενταφιάσω το ιερόν λείψανον του αειμνήστου μας μάρτυρος.
Το σπίτι που σκότωσαν τον ήρωα
Περί την δύσιν του ηλίου παρεδόθη μοι υπό των Αρχών, αλλά το μεν ένεκα της παρελθούσης ώρας, το δε θέλων να κερδίσω καιρόν προς προετοιμασίαν ανάλογον του μεγάλου ανδρός, κατέθεσα τον σεπτόν νεκρόν εντός μικράς βυζαντινής εκκλησίας κείμενης απέναντι της Μητροπόλεως, δι’ όλης δε της νυκτός άγρυπνος διαμείνας εν τω οίκω φίλου επιστηθίου λαβόντος με παρ’ εαυτώ όπως με παρηγορήση, ητοίμασα νέον νεκρικόν κράβατον με επιστέγασμα φέρον το σημείον του σταυρού και το κλεινόν όνομά του, ητοίμασα τον ένδοξον τάφον του εν τω περιβόλω του βυζαντινού ναού υπό δύο δενδρύλλια απέναντι του παραθύρου μου, τη δε επαύριον Κυριακή, όρθρου βαθέως, περιέδεσα τας μαρτυρικάς χείρας του με εν μετάξινον μανδήλιόν μου, κατέθεσα επί του στήθους του εν Ευαγγέλιον, ένα Σταυρόν και μίαν εικόνα και πριν αρχίση η λειτουργία ετελέσαμεν την κηδείαν του. Πεπνιγμένος εν λυγμοίς ανέγνωσα τας ευχάς εντός του Μητροπολιτικού ναού και μη υπάρχοντος εν αυτώ νεκροταφείου, μετέφερα ο ίδιος εις τον παρακείμενον περίβολον του βυζαντινού ναού των ταξιαρχών το σεπτόν σκήνος του, τον κατέβρεξα με πύρινα δάκρυα και απελθών έπεσα επί της στρωμνής μου, όπως θρηνώ τον αοίδιμον ήρωα. Οι ιερείς καθ’ εκάστην ημέραν διετάχθησαν να εύχωνται επί του τάφου του. Προσωρινώς ανιδρύσαμεν ευπρεπή τάφον, επί του οποίου φέγγει ο νεκρικός φανός, μέχρις ου ανατείλη η ημέρα καθ’ ην η πατρίς θα ανεγείρη σύσσωμος επ’ αυτού το αθάνατον της δόξης τρόπαιον. Τη 22α τρέχοντος ετελέσθη αθορύβως μνημόσυνον, είθε δε η θεία πρόνοια να ευδοκήση μετ’ ου το πολύ να τελέσωμεν μνημόσυνον πάνδημον οι πάντες επί το αυτό.
Δεν θα λησμονήσω επί ζωής τας οδυνηράς πικρίας, ας διήλθον τας ημέρας αυτάς, εξακολουθώ δε ευρισκόμενος νοερώς εν μέσω υμών και συνοδευόμενος υμίν.
Απαρηγόρητος.
Κώστας Γεωργίου (ψευδώνυμο του Μητρ. Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη)».